Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Η Γριά Οικονομία φιλοσοφεί

Σε συνέχεια προηγούμενης ανάρτησης, η Γριά Οικονομία φιλοσοφεί:

*****

Ένα απόγευμα που κάθονταν η Μάνα-Γη και μιλούσε στο ποτάμι, το ποτάμι της είπε-μυστικά πως ακούει παράπονα απ' τα δέντρα και τα λουλούδια γιατί ο κυρ Καταναλωτάκης έχει θάψει τα παλιά του παιχνίδια μέσ' το χώμα.

Η Μάνα-Γη πολύ τον αγαπούσε τον κυρ Καταναλωτάκη, παιδί της ήταν και είπε στο ποτάμι πως τ' αγαπάει κι αυτό, να μην ζηλεύει και να μην λέει "κακά λόγια" για τους άλλους.

Μέσα της όμως είχε μια ανησυχία όταν τα 'λεγε αυτά, γιατί και αυτή το 'χε καταλάβει.

Τότε το ποτάμι της είπε ότι κι αυτό την αγαπάει, πως όλοι την αγαπούν και γι αυτό δεν θέλανε να την στεναχωρήσουν και δεν της λέγανε τι συμβαίνει.

Γιατί ο κυρ Καταναλωτάκης εκτός απ' τα παιχνίδια του, έφτιαχνε και εργαλεία που "έκαναν-πως-βοηθούσαν" την Μάνα-Γη και η Μάνα-Γη δεν δούλευε τόσο πολύ, ούτε έβλεπε πια το αγρόκτημα.

Ο κυρ Καταναλωτάκης έθαβε τις νύχτες τα παιχνίδια του και τα εργαλεία του στο χώμα, μα υπήρχαν κι άλλα που τα 'ριχνε μες το ποτάμι.

Και λέει το ποτάμι στη Μάνα-Γη: Κοίτα 'δω, το νερό μου είν' καθαρό μα όταν φεύγει από το αγρόκτημα, ο κυρ Καταναλωτάκης το έχει βρομίσει-τόσο που δεν πίνεται.

Έτσι και το χώμα, έτσι και τα λουλούδια, έτσι και τα δέντρα, έτσι και το δάσος.

Γιατί ο κυρ Καταναλωτάκης, έχει βρομίσει όλο το χώμα για να θάψει τα παιχνίδια του, έχει κόψει όλα τα λουλούδια για να φτιάξει χρώματα, έχει φάει όλους τους καρπούς γιατί πεινάει συνέχεια και όλο κόβει ξύλα για να φτιάξει εργαλεία, μηχανές και παιχνίδια χωρίς πια να ρωτάει κανέναν.

Περνώντας από κει η Γριά Οικονομία άκουσε τα λόγια του ποταμού και θύμωσε πολύ.

Και τώρα τι θα τρώμε που τα' χει φάει και τα χει μαγαρίσει όλα ο κυρ Καταναλωτάκης?

Να τον βάλουμε να πληρώσει! φώναξε η Γριά Οικονομία.

Η Μάνα-Γη στεναχωρήθηκε πολύ. Ήξερε πως με τα λεφτά δεν μπορούσε ν' αγοράσει τ' αγαπημένα της φυτά, ούτε να εξαφανίσει τα σκουπίδια. Μόνοι τους ήταν και κανείς δεν ερχόταν εκεί μακριά στο αγρόκτημα να τον πληρώσουν, να τους φέρει καινούργια φυτά και να τους βοηθήσει.

Η Γριά Οικονομία έσκουζε: Να πληρώσει, να πληρώσει, μα κάτι άλλο σκέφτηκε μετά.

Λέει λοιπόν στη Μάνα-Γη: Ο κυρ Καταναλωτάκης δεν αγαπάει κανέναν, ούτε τα δέντρα, ούτε τα ζώα, ούτε το χώμα, ούτε το ποτάμι. Άρα πρέπει να κάνουμε να-αγαπήσει-κάτι.

Πώς? την ρώτησε η Μάνα-Γη

Να φωνάξουμε τις Οικολογίες. Κάποια απ' αυτές θα αγαπήσει, είπε η Γριά Οικονομία.

*****

Συνεχίζεται...