Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Το κοριτσάκι που βρομούσε προβατίλα

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι που δεν του άρεσε καθόλου το νερό.

Μήπως δεν του άρεσε επειδή ήταν από ζάχαρη και θα έλιωνε? 

Όοοχι, δεν ήταν από ζάχαρη ούτε θα  έλιωνε. 

Μήπως δεν του άρεσε επειδή ήταν απ' αλάτι και θα έλιωνε? 

Όοοχι, δεν ήταν απ΄αλάτι ούτε θα  έλιωνε. 

Μήπως δεν του άρεσε επειδή ήταν από λάσπη και θα έλιωνε? 

Όοοχι, δεν ήταν από λάσπη ούτε θα  έλιωνε. 

Τότε τι δεν άρεσε σ' αυτό το κοριτσάκι? 

Απλά δεν του άρεσε το νερό, έτσι κάθε φορά που έμπαινε για μπάνιο άρχισε να στριγκλίζει και να στριγκλίζει τόσο, ώστε η μαμά κι ο μπαμπάς της φοβόντουσαν ότι θα τους φέρουν οι γείτονες την "Πρόνοια" γιατί ακούν πως βασανίζεται ανεξήγητα ένα παιδί. 

Κάποια μέρα όμως, η μαμά και ο μπαμπάς συμφώνησαν να την αφήσουν να το διαχειριστεί μόνη της, και αποφάσισαν να σταματήσουν να την κάνουν μπάνιο, όπως επιθυμούσε.  

Η κόρη τους τότε χαρούμενη άρχισε να παίζει, να κυλιέται στις λάσπες, να τρέχει και να χοροπηδάει μέσ' την χαρά. 

Της  πρώτες μέρες, το έκανε αυτό με φίλους της αλλά, όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισε να βρομάει και οι φίλοι της αρχίσανε να μην την πλησιάζουν πολύ κοντά γιατί μόλις έτρεχε το κοριτσάκι, παφ το μαλλί του απ' τη μία, πουφ το μαλλί του απ' την άλλη, σκορπούσε τόσες μυρωδιές που τα παιδάκια τρέχανε μακρυά για να τις αποφύγουν. 

Το κοριτσάκι ήταν χαρούμενο, ήταν κι ανεξάρτητο κι έκανε μόνο του κούνιες και πέρναγε καλά, δεν το πείραζε καθόλου που δεν έκανε μπάνιο. 

Μια μέρα όμως, όπως γυρνούσε σπίτι του, κοντά στη ρεματιά, βλέπει ένα ξανθό αγοράκι που το λέγαν Αραγκόν  να περπατάει με ένα μεγάλο σκύλο που τον λέγαν Έμπλυσι. 

Ο σκύλος, ο Έμπλυσι, μόλις είδε το κοριτσάκι, έτρεξε κατά πάνω του και άρχισε να χοροπηδάει γύρω του και να του γαβγίζει. 

Το αγοράκι, ο Αραγκόν, προσπάθησε να τον κρατήσει, αλλά ο σκύλος ήτανε πολύ μεγάλος (ένα τσοπανόσκυλο) και ήταν αδύνατον να τον κρατήσει. 

Πήγε όμως τρέχοντας κοντά στον Έμπλυσι και με απορία είπε στο κοριτσάκι: συγνώμη, δεν μου το έχει ξανακάνει, δεν καταλαβαίνω τι έπαθε και άρχισε να σου γαβγίζει.

Τότε το κοριτσάκι που αγαπούσε τα σκυλάκια (και του άρεσε και ο Αραγκόν) του είπε τινάζοντας με νάζι το κεφάλι: δεν πειράζει. 

Με το τίναγμα όμως του κεφαλιού, έφυγε μια μπόχα απ' την κοτσίδα της και πήγε στον Αραγκόν που είπε: αχ τώρα κατάλαβα!!! σε πέρασε για προβατάκι!!! να γιατί σου γάβγιζε!

Τι κρίμα, θα ήθελα πολύ να σου πω να πάμε παρέα βόλτα μα δεν μπορώ. ο σκύλος μου ο Έμπλυσι θα σε γαβγίζει συνέχεια. 

Τότε το κοριτσάκι έφυγε στεναχωρημένο και πήγε σπίτι στον μπαμπά του και τον παρακάλεσε να την κάνει μπάνιο και να της λούσει τα μαλλιά. 

Ο μπαμπάς της, πήρε το ρόλο του πολύ στα σοβαρά, ανέβηκε στο κοντινό βουνό, μάζεψε όλα τα αρωματικά βότανα που βρήκε και έφτασε μέχρι την κορυφή που φύτρωνε το αφρολουτρόχορτο. Αυτό το χόρτο ήταν η βάση για να το βράσει στην κατσαρόλα μαζί με τ' άλλα και να  φτιάξει το καλύτερο σαμπουάν. 

Αφού έφτιαξε το καλύτερο σαμπουάν, ο μπαμπάς φώναξε το κοριτσάκι και του έκανε μια σαπουνάδα, δεν έπιασε την ξέπλυνε, του έκανε δεύτερη σαπουνάδα, δεν έπιασε την ξέπλυνε, κάπου στην τρίτη άρχισε να πιάνει και στην τέταρτη έγινε μια πηχτή κι ωραία σαπουνάδα που πήρε μαζί της όλες τις μυρωδιές και την προβατίλα. 

Χαρούμενο το κοριτσάκι, την άλλη μέρα κατέβηκε το απόγευμα στην ρεματιά. 

Εκεί είδε από μακρυά το αγοράκι, τον Αραγκόν, με τον σκύλο του τον Έμπλυσι να έρχονται προς αυτή. 

Στην αρχή ο σκύλος δεν την πρόσεξε καθόλου, μετά όμως πλησιάζοντάς την, άρχισε να κυλιέται στο χώμα και να της δείχνει την κοιλιά του να τον χαϊδέψει. 

Ήρθε πάλι το αγοράκι ο Αραγκόν μουρμουρίζοντας: τι έπαθε αυτός πάλι σήμερα...

Πλησιάζοντας όμως κοντά στο κοριτσάκι, του ήρθαν αυτές οι υπέροχες μυρωδιές απ' τ' αγριολούλουδα και είπε στο κοριτσάκι: έέέ εσύ, σου έφυγε η προβατίλα, θέλεις να πάμε βόλτα παρέα, νομίζω πως κι ο σκύλος μου ο Έμπλυσι θέλει να έρθεις μαζί μας. 

Το κοριτσάκι χάρηκε πολύ και του 'γνεψε καταφατικά με το κεφάλι. Πήγε λοιπόν το αγοράκι ο Αραγκόν, την πήρε απ' το χέρι και περπάτησαν χεράκι-χεράκι δίπλα στη ρεματιά με το σκύλο, τον Έμπλυσι, να χοροπηδάει γύρω τους. 

Ο ήλιος έδυε, φύσαγε ένα γλυκό αεράκι και ο μπαμπάς πήγε για τσίπουρα.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Η κατρουλού νεράιδα

Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολύ μακρυά από δω, ζούσε στην πόλη ένα παιδάκι.

Στην πόλη που ζούσε δεν υπήρχαν νεράιδες. Αυτά ζούσαν στα δάση, στα βουνά, πολύ μακρυά από το σπιτάκι που ζούσε το παιδάκι.

Δηλαδή δεν υπήρχε καμία νεράιδα? Όοοοχι, υπήρχε μια νεράιδα που δεν την θέλανε οι άλλες νεράιδες και την είχε φύγει απ' το δάσος γιατί ένοιωθε φόβο.

Ήταν η κατρουλού η νεράιδα. Η κατρουλού νεράιδα, μόλις ψιθύριζε βέέέ-λόόό-κάλι-κατουρού...βε-λο-κάλι-κατουρού, γαργαλούσε όόόποιον βρίσκονταν εκεί κοντά και άφηνε τα πιπί του γύρω-γύρω.

Δεν έμοιαζε όμως με νεράιδα.

Ήταν κοντούλα χοντρούλα κι ομορφούλα, αλλά είχε μόνο δύο μικρά φτεράκια.

Δεν την έβλεπε εύκολα κανείς. Μερικές φορές (συνήθως στον ύπνο) την καταλάβαινε όταν άκουγε δίπλα στο αυτί του βέέέ-λόόό-κάλι-κατουρού...βε-λο-κάλι-κατουρού και τα βρεχε όλα με πιπί.

Το παιδάκι της ιστορίας μας, αγαπούσε πολύ τις νεράιδες.

Φώναζε λοιπόν κάθε μέρα κάποια νεράιδα να έρθει να του κάνει παρέα.

Αλλά στην πόλη δεν υπήρχαν νεράιδες και τον άκουσε η μόνη νεράιδα που υπήρχε: η κατρουλού νεράιδα.

Πήγε λοιπόν η νεράιδα να κάνει παρέα στο παιδάκι και το παιδάκι άρχισε να κάνει πιπί του κάθε βράδυ στο κρεβάτι.

Το παιδάκι καταλάβαινε την νεράιδα και πήγαινε  στη μαμά του και της  έλεγε: μαμά-μαμά ήρθε η κατρουλού η νεράιδα και μας κατούρησε.

Πήγαινε  η μαμά του, που δεν καταλάβαινε  την νεράιδα, και έβγαζε τα σεντόνια, τα σκεπάσματα, τα στρώματα και καθάριζε το κατουρημένο κρεβάτι.

Ένα  βράδυ όμως η κατρουλού νεράιδα φοβήθηκε πολύ γιατί είχε πάει στο πάρκο εκεί κοντά στο σπίτι και είδε κάτι άλλες νεράιδες που είχαν έρθει από τα δάση και άρχισαν πάλι να  την κοροϊδεύουν (γιατί ήταν κοντούλα χοντρούλα και κατρουλού) και έφυγε φοβισμένη και τρομαγμένη και γύρισε στο παιδάκι.

Το παιδάκι κατάλαβε-πάλι την νεράιδα και πήγε στη μαμά του και της είπε: μαμά-μαμά σήμερα ήρθε η κατρουλού νεράιδα και μας έχεσε.

Ο μπαμπάς που είχε κι αυτός θυμώσει με την κατρουλού νεράιδα, πήρε το παιδάκι και πήγανε στο πάρκο που ήτανε κοντά στο σπίτι τους.

Εκείνη τη μέρα, είχε έρθει απ' το βουνό στη πόλη, η βασίλισσα των νεράιδων για να κάνει τα ψώνια της και είχε κάτσει στο πάρκο για να ξεκουραστεί βάζοντας γύρω της  ένα  αόρατο βέλο για να  μην βλέπει κανείς, ούτε αυτήν, ούτε την ακολουθία της.

Ο μπαμπάς είπε στο παιδάκι: δεν καταλαβαίνω πια τι είναι αυτά  τα παραμύθια που μας λες για  την κατρουλού νεράιδα, εσύ δεν έκανες ούτε πιπί ούτε κακά στο κρεβάτι σου, τι σε έπιασε ξαφνικά?

Τότε λέει το παιδάκι: μπαμπά, δεν τις αγαπάω τις νεράιδες.

Το άκουσε  αυτό η βασίλισσα των νεράιδων που ήταν εκεί κοντά και στεναχωρήθηκε πολύ.

Έστειλε λοιπόν δύο αρχι-νεράιδες, ψηλές και δυνατές με μεγάλα φτερά και δυνατά χέρια και πόδια και φέρανε  την κατρουλού την νεράιδα στο πάρκο.

Εκεί η βασίλισσα της είπε: εσύ, η κατρουλού νεράιδα θα έρθεις μαζί μας στο δάσος.

Θα σε πάρουμε παρέα και θα  σε αγαπάμε, δεν θα σε φοβίσει πια κανείς αλλά ούτε κι εσύ θα πηγαίνεις στους ανθρώπους να τους κάνεις βέέέ-λόόό-κάλι-κατουρού...βε-λο-κάλι-κατουρού.

Έτσι η κατρουλού η νεράιδα γύρισε στο δάσος το παιδάκι την ξέχασε και αγάπησε πάλι τις νεράιδες και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.