Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Εφιάλτες-μου...

Η Αγορά βαστάει ένα μωρό στην αγκαλιά που χαϊδεύεται και το λέει "Ανάπτυξη".

Όλοι θέλουν να παίξουν μαζί του και πλησιάζοντας και 'γω για να το χαϊδέψω, είδα ότι απ' τα βλέφαρά του έβγαιναν ίνες από βαμβάκι... και πάγωσα... γιατί δεν ήξερα αν το μωρό ήταν ένα ταριχευμένο μωρό που κουνιόταν από κάποια εξωτερική αιτία, ή-αν, ακόμα-ακόμα, του λείπανε τα μάτια και είχε στην θέση τους βαμβάκια.

Μ' έπιασε μεγάλος τρόμος.

Μα μόλις άνοιξα το στόμα μου για να φωνάξω, ένοιωσα κομμάτια γυαλιού καρφωμένα στην γλώσσα μου, γιατί-λέει όπως κοιμόμουνα μάσησα την οθόνη του laptop.

Ένοιωσα πως ήταν μάταιο να τα βγάλω και δεν υπήρχαν πια νοσοκομεία και γιατροί να πάω, να μου τα βγάλουν.

Σώπασα-λοιπόν καταπίνοντάς-τα.